Πατριώτες και εθνομηδενιστές

Και κει που είχαμε ηρεμήσει και τσακωνόμασταν μόνο για την μπάλα, το Σουρβάιρορ και για το αν το χταπόδι είναι πιο νόστιμο στα κάρβουνα ή ξιδάτο προέκυψε θέμα.

Η Μακεδονία είναι για δεν είναι ελληνικιά;

Η αλήθεια είναι πως τα σόσιαλ μίδια σε συνδυασμό με την κρίση έβγαλαν στην επιφάνεια τον πραγματικό εαυτό του έλληνα, δηλαδή την χωματερή που έκρυβε τόσα χρόνια στην ψυχή του και την είχε σκεπάσει με δάνεια, αμάξια και εξοχικά στην Κινέτα ή την Λούτσα.

Έρχεται ο ένας, ο Μπατριώτης ο σωστός και σκούζει. “Θα μας πάρουν την Μακεδονία!” Τι λες βρε χιμπαντζή, εκπρόσωπε των μακάκων, λεμούριε με κουστούμι;

Σοβαρά τώρα, ένα κρατίδιο του κώλου με 2 εκατομμύρια αποτελεί απειλή για σένα; Που η γραφικότητά τους να πούμε έχει χτυπήσει λίμιτ απ και στήνουν παντού αγάλματα του Μεγαλέκου; Που κατεβαίνουν μαζικά για μπάνια στην Χαλκιδική; (γιατί σαν την Χαλκιδική δεν έχει)

Αυτοί αποτελούν απειλή για σένα; Αν είναι έτσι τότε να τα βάλουμε και με την Μάλτα ή το Λιχτενστάιν ξέρω γω.

Έρχεσαι λοιπόν και ανεβάσεις στα σόσιαλ μίδια φωτός με ελληνικές σημαίες, περικεφαλαίες,ImageHandler χλαμύδες, την στολή που φορούσες φαντάρος πριν από 40 χρόνια και μου λες “Είμαι μπατριώτης”. Μπατριώτης φίλε μου δε γίνεσαι φωνάζοντας σε ένα πανηγυράκι. Μπατριώτης γίνεσαι αν κάνεις κάτι για να γίνει αυτός ο κατσικότοπος κάτι καλύτερο. Αν βάλεις τις βάσεις για να έχουν οι επόμενες γενιές κάτι καλύτερο. Αν πιστεύεις στη δικαιοσύνη, στην αλληλεγγύη και τον σεβασμό του άλλου. Αυτοί είναι οι πραγματικοί Μπατριώτες. Μπατριώτης δεν είναι αυτός που σηκώνει ελληνική σημαία και είναι περήφανος για αυτό χωρίς να ξέρει τον λόγο, αλλά αυτός που κοπιάζει κάθε μέρα για να προοδεύσει ο τόπος που ζει. Τέλος γιατί βαρέθηκα.

Και έρχομαι σε σένα εθνομηδενιστή μου που κοροϊδεύεις και προσπαθείς να μας πείσεις πόσο κουλ τυπάκι είσαι που κοροϊδεύεις τον άλλονε επειδή κατέβηκε στη συγκέντρωση με περικεφαλαία από τα Τζάμπο. Θαρρείς πως είσαι τόσο μοναδικός, τόσο κουλ, τόσο προοδευτικός; Σκατά είσαι και συ. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να κοροϊδεύεις ή να κράζεις (απόδειξη αυτά που γράφω). Εσύ έχεις λύσεις για τα προβλήματα της κοινωνίας; Εσύ έχεις βοηθήσει ποτέ κάποιον που έχει ανάγκη; Ή απλά νιώθεις τόσο κουλ και φοβερός που δεν χρειάζεται; Ξέρεις, από το πληκτρολόγιο όλοι είμαστε γαμάτοι αν θέλουμε. Μοναδικοί, θεσπέσιοι, υπέροχοι, καταπληκτικοί. Να σου πω όμως κάτι; Και εσύ ένας μπαμπουϊνος είσαι, αλλά όχι με κουστούμι όπως ο άλλος. Εσύ φοράς φουλάρι και διαβάζεις ποίηση. Παραμένεις όμως μπαμπουίνος (ξέρεις, αυτός με τον κόκκινο κώλο). Τέλος γιατί βαρέθηκα πάλι.

Με λίγα λόγια Πατριώτες και Εθνομηδενιστές μου, παρόλο που θεωρείτε ότι είστε διαφορετικοί, είστε τόσο ίδιοι. Γιατί όσο και να πλακώνεστε στο Facebook, όσο και να διαφωνείτε, μεθαύριο που είναι Τσικνοπέμπτη. θα ψάχνετε ταβέρνες για να πάτε να φάτε σαν βίσωνες επειδή “το λέει το έθιμο¨.  Με την πρώτη “κρίση χρέους” όπως πρόπερσι θα τρέχετε στο σουπερμάρκετ για χαρτιά υγείας και γάλατα. Γιατί αυτοί είστε.

Advertisements

Αντί για ευχές

Ποτέ δεν ταυτίστηκα με το στερεότυπο του τύπου που κάθεται και γράφει με χαμηλό φωτισμό, ψαγμένη μουσική και με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι θαυμάζοντας τον εαυτό του για το πόσο γαμάτο και μοναδικό τυπάκι είναι. Γενικά ποτέ δεν ταυτίστηκα με στερεότυπα. Γράφω για να διαβάζουν 2-3 άνθρωποι, γιατί για να σε διαβάσουν παραπάνω πρέπει να είσαι κάτι περισσότερο από μια αντικοινώνα σαν και του λόγου μου. Πρέπει να’χεις το επικοινωνιακό και προσωπικά είμαι λίγο πιο επικοινωνιακός από μία φλις κουβέρτα της λαϊκής.

Το γεγονός ότι σπούδασα στο πανεπιστήμιο δεν με έκανε καλύτερο άνθρωπο, μου έμαθε όμως κόλπα για να αντιμετωπίζω την ζωή. Το βασικότερο που έμαθα είναι να συγκρίνω. Καταστάσεις, ανθρώπους, χαρές, λύπες, περιόδους της ζωής μου. Και συγκρίνοντας την περσινή τελευταία μέρα του 16 και με την τελευταία μέρα του 17 βλέπω ότι τα κατάφερα να είμαι καλύτερα.

Η αλήθεια είναι πως διαβάζω με προσοχή και ευλάβεια όλα όσα γράφονται τις τελευταίες μέρες στα σόσιαλ μίδια. Ευχές, απαντήσεις στις ευχές, προτροπές, συμβουλές, προσωπικές και γενικές αναφορές. Τα δέχομαι όλα. Άλλωστε αυτή είναι η χαρά μιας δημοκρατικής κοινωνίας, να υπάρχουν περισσότερες απόψεις από κωλοτρυπίδες που είπε και ο Κλιντ ο Ίστγουντ που από καουμπόις έγινε μέγας σκηνοθέτης (και δεν το λέω ειρωνικά αυτό).

Θα μείνω στις προτροπές και τις συμβουλές. Μα το Δία, τον Ήφαιστο και τον Τουτάτη βαριέμαι να με δασκαλεύουν και να μου δίνουν συμβουλές τύποι και τύπισσες που ανακάλυψαν ξαφνικά τον ίσιο το δρόμο. Συνήθως πρόκειται για υπάρξεις που αφού στα νιάτα τους τα γάμησαν όλα και δώστου ξενύχτια, δώστου Βέρτηδες, δώστου Μακρόπουλοι, δώστου ταξίδια στις Ευρώπες, αποφάσισαν ότι η ουσία της ζωής κρύβεται στο φίτνες, την “καλή” διατροφή και την “θετική ενέργεια”.

Όχι ρε παιδιά, δεν χρειάζομαι τις συμβουλές σας και τα τιπς για μια καλύτερη ζωή. Στα μεζέα μου αν η κινόα, ο κουρκουμάς και το γκοτζιμπέρι είναι οι υπερτροφές που θα με καθαρίσουν από τις τοξίνες. Δεν με κάνει καλύτερο άνθρωπο ο κουρκουμάς μονοκύτταροι οργανισμοί μου που βρωμάτε αυταρέσκεια. Καλύτερο άνθρωπο ξέρετε τι θα με κάνει; Να είμαι ο εαυτός μου και να ζω την ζωή μου όπως γουστάρω. Δεν μπορώ μέρα παρά μέρα να διαβάζω “φίλους” στους Facebook που με συμβουλεύουν να γυμνάζομαι, να γελάω περισσότερο, να γκρινιάζω λιγότερο και γενικά να φέρομαι σαν να έφαγα στον πισινό βελόνα με ζάναξ όπως αυτές που ρίχνουν στη σαβάνα στους ελέφαντες για να τους ναρκώσουν.

Η ζωή είναι ένας κουβάς. Θα βρεις και σκατά, θα βρεις και λουλούδια. Μην ξεχνάς αγαπητέ φιλάρεσκε πριτσαπήδουλα, ότι και τα λουλούδια μέσα από την κοπριά βγαίνουν. Τα σκατά είναι μέρος της ζωής σου και πρέπει να το αποδεχτείς.

Αυτό είναι ζωή άλλωστε. Καλές και κακές στιγμές. Χαρές, λύπες, κλάματα, απόγνωση, ενθουσιασμός, συγκινήσεις, αποτυχίες, επιτυχίες, νίκες και ήττες. Το να προσπαθώ να γεμίσω την γκλάβα μου με θετική ενέργεια σαν ψυχαναγκαστικός που ψάχνει με απόγνωση την χαρά δεν με κάνει καλύτερο άνθρωπο, αλλά μια σκατένια ύπαρξη που ψάχνοντας τον στόχο (χαρά; ευτυχία;) χάνει την ίδια την ζωή.

Και την ζωή αγαπημένε μου δεν θέλω να την χάσω. Θέλω να ζήσω και ας χάσω. Θέλω να κάνω αυτό που με γεμίζει σαν άνθρωπο, και ας χρειάζεται να κάθομαι καμιά φορά σαν αποχαυνωμένος στον καναπέ και να χαζεύω τηλεόραση. Ξέρεις, και αυτό μέσα στην ζωή είναι. Βλάκα. Αυτάρεσκε. Ζόμπι της θετικής ενέργειας.

Η ζωή είτε το θέλετε είτε όχι δεν είναι τέλεια. Ούτε εμείς είμαστε τέλειοι. Για αυτό κάνουμε λάθη. Για αυτό τα σκατώνουμε καμιά φορά όσο δεν πάει. Αλλά αυτή είναι η ομορφιά της ζωής. Αλλιώς θα ήμασταν όλοι σούπερ-ντούπερ κορμάρες τίγκα στο γκοτζιμπέρι, ακούγοντας την μουσική που “πρέπει”, τρώγοντας αυτά  που “πρέπει”, κάνοντας την ζωή που “πρέπει”. Γιατί; Για να ικανοποιηθείς εσύ και να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη ακτινοβολώντας θετική ενέργεια; Βάλτη στον κώλο σου την θετική σου ενέργεια και μην φοβάσαι βλάκα.

Μην φοβάσαι να είσαι άνθρωπος.

ΥΓ. Αφιερωμένο σε αυτούς τους 2-3 που θα το διαβάσουν.

Έρχονται Χριστούγεννα

Ο Τανενμπάουμ, ο τανενμπάουμ και τα μυαλά στο μπλέντερ.

Έρχονται Χριστούγεννα μπίτσες. Η γιορτή της χαράς, της αγάπης, της χριστουγεννιάτικης θαλπωρής. Η γιορτή που όλοι ξαφνικά θυμόμαστε ότι υπάρχουν συνάνθρωποί μας που έχουν ανάγκη και τους λείπουν ακόμα και τα απαραίτητα. Και ω! του θαύματος εκεί που μπουκώνουμε την τίμια γαλοπούλα που θυσιάστηκε για μας, στέλνουμε έτσι μπουκωμένοι που είμαστε ένα SMS για τον ράντομ “μαραθώνιο αγάπης” που σκαρφίστηκε ο ράντομ καλανάρχης για να δείξει την ευαισθησία του.

Είναι η εποχή που χιλιάδες παιδάκια θα βγουν στους δρόμους για να σε ξυπνήσουν πρωί πρωί και να σου τραγουδήσουν με τις μελωδικές φωνούλες τους το “Καλήν ημέρα άρχοντες” μέχρι τον τρίτο στίχο και μετά θα περιμένουν να τους δώκεις το μπαγιόκο. Και εννοείται ότι αν τους δώσεις κάτω από δίευρο θα σου σπάσουν το κουδούνι, θα σου κατουρήσουν το χαλάκι και θα σε βρίζουν από μέσα τους. Αχ, αγνές παιδικές ψυχούλες.

Είναι η εποχή που ΠΡΕΠΕΙ να καταναλώσεις, γιατί είναι Χριστούγεννα. Θα βρεθεί και ο κλασσικός παπάρας και θα σου πει “Ε, αφού είναι το έθιμο”. Να τα χέσω τα έθιμα που τα θυμόμαστε όταν μας βολεύει και όταν έχει να κάνει με ντιριντάχτα και την μπάκα μας. ΠΡΕΠΕΙ να βγεις για ψώνια για να πάρεις στο ανιψάκι σου την Μπάρμπι μάνατζερ ή την Μπάρμπι μεγαλοστέλεχος σε θυγατρική της Γιούρομπανκ, ΠΡΕΠΕΙ να πάρεις δώρα σε συγγενείς, φίλους και λοιπούς και καταλήγεις να τους πάρεις καμία άχρηστη παπαριά “για το καλό” για να την ανταλλάξεις με τη δική τους άχρηστη παπαριά και να ευχηθείτε ο ένας στον άλλο “καλές γιορτές με υγεία πάνω από όλα”. ΠΡΕΠΕΙ να σταθείς σαν πρόβατο στις ουρές των σουπερμάρκετ, των τζάμπο και των ντάμπο, γιατί έρχονται Χριστούγεννα και ΠΡΕΠΕΙ. Κατάλαβες αγαπητέ υποσαχάριε μπονόμπο με ρούχα και σμαρτφόουν;

Aχ Χριστούγεννα, η εποχή που ΠΡΕΠΕΙ να βρεθείς σε οικογενειακά και φιλικά τραπέζια και να χαρείς τις λίγες μέρες ξεκούρασης που έχεις για να συναντήσεις συγγενείς ή φίλους που κανονικά τους βλέπεις μόνο σε γάμους, κηδείες, άντε και σε κανένα γενέθλιο για να μοιραστείτε την θαλπωρή των ημερών. Οικογενειακά τραπέζια, αυτή η μάστιγα. Συνήθως καταλήγουν σε τσακωμό, στάνταρ για πολιτικά, αφού στο τραπέζι πάντα υπάρχει ένας κρυφοφασίστας (ή και φανερός), ένας μισογύνης, ένας επαναστάτης της φάπας, ένας άνεργος, ένας φιλελές, ένας φοιτητής και μία χειραφετημένη φεμινίστρια, οπότε αν για κάποιο λόγο η συζήτηση χτυπήσει το νεύρο κάποιου από αυτούς τότε έχουμε βέβαιη σύρραξη.

Παραθέτω παράδειγμα.

“Ωραία η γαλοπούλα”

“Τι γαλοπούλα και μαλακίες, εμείς στα παλιά τα χρόνια που όλα ήταν πιο ωραία και κοιμόμασταν με τις πόρτες ανοικτές τρώγαμε γουρουνόπουλο, αυτό λέει η ελληνική παράδοση” (παππούς που αναπολεί)

“Καλά είμαστε εμείς εδώ και τρώμε, αλλά υπάρχει και κόσμος που υποφέρει” (ψευτοευαίσθητος επαναστάτης του καναπέ)

“Από τότε που ήρθαν οι ξένοι θα καταργήσουμε και την γαλοπούλα γιατί το απαγορεύει το Κοράνι.” (κρυφο-φανεροφασίστας)

“Έλα ρε, τι ώρα θα πάμε στο λόχαν;” (φοιτητής που μιλάει στο κινητό του)

Έρχονται Χριστούγεννα και αυτό σημαίνει ότι ΠΡΕΠΕΙ να αλλάξεις χρονιά με παρέα, γιατί αλλιώς θα σε πούνε μίζερο και μονόχνωτο. ΠΡΕΠΕΙ να παίξεις χαρτιά, είτε γουστάρεις είτε όχι, γιατί “το λέει το έθιμο”. Να χέσω τα έθιμά σας που τη βλέπετε μια φορά το χρόνο ΤΖΟΝ ΤΑΡΑΜΑΣ και νομίζετε ότι είστε και τζογαδόροι. Ντρόπες, ε ντρόπες. ΠΡΕΠΕΙ να σβήσεις τα φώτα (για κάποιον ανεξήγητο λόγο που αδυνατώ να κατανοήσω), ΠΡΕΠΕΙ να κόψεις τη Βασιλόπιτα, ΠΡΕΠΕΙ να έχεις στήσει το ματς για να πάρει το φλουρί ο κακομαθημένος μπόμπιρας της παρέας για να μην κλαίει και τους δημιουργηθούν τραύματα στην παιδική του ψυχούλα.

Το άλλο με την ανεκδιήγητη μούφα ότι όπως σου μπει η χρονιά θα πάνε και οι υπόλοιπες 365 μέρες; Για αυτό φίλε μου ΠΡΕΠΕΙ να βγεις, να πληρώσεις χρυσή την Πέλφε ή το Τσίβας, να στριμωχτείς με τύπισσες που έχουν ντυθεί λες και βγαίνουν στο My Style rocks, με τύπους που το παίζουν μεγιστάνες καπνίζοντας πούρα των 2 Ευρώ από το περίπτερο, γιατί ΠΡΕΠΕΙ. Κατάλαβες χόμο ερέκτους;

Και έτσι για το καλό ας ακούσουμε ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι.

8 λόγοι που δε γουστάρω Κυκλάδες

Αχ καλοκαίρι. 40 βαθμοί υπό σκιά, αιρκοντίσια και ανεμιστήρες στο φουλ, φωτογραφίες ποδιών από εξωτικές παραλίες της Αττικής. Η αγαπημένη μου εποχή. Ακόμα πιο αγαπημένη είναι αυτή η ομαδική ψύχωση που χαρακτηρίζει κάθε νεοέλληνα που σέβεται τον εαυτό του “να πάει σε νησάκι”. Προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα τι το ιδιαίτερο έχουν τα γκρικ άιλαντς. Ναι ξέρω ξέρω αγαπητέ αναγνώστη, θα με πεις κομπλεξικό, σιχαμένο, Χανταμπάκη, φίδι κολοβό και μίζερο ανθρωπάκι που κάθεται πίσω από την οθόνη του υπολογιστή του και βγάζει τη χολή του. Και να σου πω κάτι; Έχεις δίκιο.

Παρόλα αυτά δεν μπορώ να εκφράσω την απορία μου με όλη αυτή την μανία που έχουν έλληνοι όλων των ηλικιών με τα νησά μας. Έχω επισκεφτεί αρκετά από αυτά ώστε να μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ΔΕΝ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΓΚΡΙΚ ΑΪΛΑΝΤΣ και ειδικά τις Κυκλάδες.

Χωρίς ιδιαίτερο κόπο βρήκα 8 λόγους γιατί δεν θα ξαναπάταγα Κυκλάδες

1. Ακτοπλοϊκά.

Εντάξει, αν θες να πας φάση χίπης με σακίδιο στην πλάτη και χωρίς αμάξι κάτι γίνεται. Αν θες όμως να πάρεις το αμάξι σου την πάτησες. 150 Ευρώ πήγαινε-έλα για Σύρο ρε φίλε; Πώς γκένεν ατό; Δεν τα δίνω καλύτερα για 70 πιτόγυρα;

2. Πλοίο. 

Δε γουστάρω τα πλοία. Λίγο ο “Τιτανικός”, λίγο κάτι Σάμινες που ο κάπτεν έβλεπε μπάλα αντί να οδηγάει το όχημα, λίγο οι φοβίες μου με έχουν οδηγήσει σε φοβερή απέχθεια για οποιαδήποτε πλεούμενο. Προτιμώ αεροπλάνο ρε αδερφέ. Στην τελική αν συμβεί κάτι προτιμώ να εξαϋλωθώ παρά να με φάνε οι ροφοί και οι τσιπούρες του Αιγαίου. Και μην μου πει κανείς “Δε γίνονται αυτά στις ελληνικές θάλασσες”. Τότε πως έχασαν τη ζωή του 60 άνθρωποι με το Σάμινα έξω από την Πάρο;

3. Κυλικείο πλοίου. 

Αν η ζωή κάνει κύκλους, τότε οι μαυραγορίτες της Κατοχής έχουν επιστρέψει με την μορφή των καντινιέριδων σε πλοία. Επειδή τους έχουν βάλει χέρι στα εμφιαλωμένα νερά βγάζουν το άχτι τους σε όλα τ’άλλα. Τι φίλε μου; Θες σαντουιτσάκι, καφέ και δυο πορτοκαλάδες; Δώσμου το νεφρό σου να δω κάτι.kantines

4. Ρουμς του λετ νο πρόμπλεμ

Και φτάνεις στο νησί. Και σε περιμένουν ωσάν τους γύπες οι ιδιοκτήτες των ρουμς του λετ. Εντάξει, η κατάσταση τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί σε σχέση με κάτι κοτέτσια που νοικιάζονταν προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και πάλι, είναι σίγουρο ότι στο “νησί” θα πληρώσεις το δωμάτιο χρυσό “γιατί έτσι”. Αν εσάς σας φαίνονται ΟΚ τα 100 Ευρώ για δίκλινο ρουμ το λετ στα Κουφονήσια, τότε κάντε μου μια χάρη. Ψοφήστε. Αλλά ήσυχα γιατί έχω πονοκέφαλο.

discoveroom.jpg

5. Ταβέρνες

Χωριάτικη με μια σταγόνα λάδι και τρίματα φέτας, λες και τρώμε με δελτίο, στα 7-8 Ευρώ. Ρε σεις εδώ στην Ρώμη στην Piazza Navona να πούμε δεν σου πιάνουν τόσο τον τρυφερό σου πωπό. Πατάτες από προχθές, κάτι κολοκυθοκεφτέδες της κακιάς ώρας, μπιφτέκι από ντόπιο ασβό συνθέτουν μια πανδαισία παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας. Και όλα αυτά σε πολύ καλές τιμές. Για τους Σαουδάραβες Πρίγκηπες…

6. Παραλίες.

Για να μαι δίκαιος και να μην κράζω όλα τα νησιά, υπάρχουν κάποια που έχουν γαμάτες παραλίες. Στο Ιόνιο.

Άσε που δεν γουστάρω να πληρώσω 10 Ευρώ για ομπρέλα, ξαπλώστρες, 8 Ευρώ για 2 καφέδες και μια υποθήκη το οικόπεδο στο χωριό για ένα κλαμπ σάντουιτς.

thumb.jpg

7. Ντόπιοι.

Αρπαχτικά σαρκοβόρα πλάσματα που μυρίζονται τουρίστες από χιλιόμετρα μακριά. Η λογική του “ότι αρπάξει ο κώλος μας” μέσα σε τρεις μήνες για να βγάλουμε τα σπασμένα του χειμώνα. Εντάξει υπάρχουν και άνθρωποι αγνοί που δεν τους έχει αγγίξει ο τουρισμός. Στο Μπραχάμι…

8. Αέρας.

Αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ είναι γιατί να πάω σε έναν ξερό βράχο που’χει γύρω γύρω νερό και το χτυπάνε οι αέρηδες από παντού. Πού είναι η ομορφιά όταν κινδυνεύω να γίνω Παραπέντε από τον αέρα και να πετάξω σαν τον Σούπερμαν; (καλά αυτό θα ήταν γαμάτο παρόλα αυτά). Παλιά υπήρχε μια λέξη για εκείνους τους δόλιους που κάτι χούντες τους πήγαιναν σε ανεμοδαρμένα ξερονήσια. Εξορία.

Τέσπα, προσωπικά θεωρώ ότι η ηπειρωτική Ελλάδα έχει πολύ πιο γαμάτα και λιγότερο διαφημισμένα μέρη. Και θα γυρίσει ο αγανακτιμένος αναγνώστης και θα με ρωτήσει με μια δόση αυθάδειας: Καλά ρε κομπλεξικέ, γιατί τότε πάνε τόσοι τουρίστες στις Κυκλάδες; Μακάκες είναι;

Φίλε μου, θα του απαντήσω, ναι είναι μακάκες.

Πέρσυ στο Τολό συνάντησα μια οικογένεια γερμανών που έκανε εκεί τις διακοπές της για 2 εβδομάδες και θα συνέχιζε το γύρο της Πελοποννήσου. Αυτοί ΔΕΝ ήταν μακάκες.

 

 

 

Xoντροφοβία

Όλοι εμείς που λόγω ηλικίας και κάποιων παραπάνω πιτόγυρων έχουμε χτίσει μια υπόσταση λίγων παραπάνω κιλών το ζούμε σε κάθε οικογενειακή συγκέντρωση, σε κάθε συνάντηση με “φίλους”, σε κάθε κοινωνική υποχρέωση. “Πάχυνες.” “Βλέπω ότι βάλαμε μερικά κιλά παραπάνω”. Ενίοτε ο χλιμίτζουρας θείος θα χτυπήσει και την κοιλιά σου δείχνοντάς σου ακόμα πιο ξεκάθαρα ότι πήρες κάποια κιλά.

Ζούμε σε μία χοντροφοβική κενωνία να πούμε. Μια κενωνία που μεγαλώνει με πρότυπα αθληταράδες γυμνασμένους που ξυρίζονται μπροστά στον καθρέφτη και από πίσω σκάει η ανορεκτική μοντέλα και τους χαϊδεύει το πρόσωπο. Έχουμε μεγαλώσει μέσα σε έναν καταιγισμό εικόνων από “ωραίους” ανθρώπους, όπου ωραίο βλέπε είτε σούπερ-ντούπερ γυμνασμένος σφίχτης τίγκα στα αναβολικά και την κρεατίνη ή γκόμενα των 40 κιλών που μπορείς πάνω της να διακρίνεις κάθε λεπτομέρεια του ανθρώπινου σκελετού.

Ανέκαθεν ήμουν αδύνατος. Ταυτόχρονα όμως ήμουν και φαγανός. Λίγο ο καλός μου μεταβολισμός, λίγο το μπασκετάκι με έσωζαν. Με τα χρόνια βέβαια ο μεταβολισμός έγινε πιο αργός, αλλά παρέμεινα φαγανός με αποτέλεσμα να πάρω μερικά κιλά παραπάνω. Εκεί άρχισα από πρώτο χέρι να διαπιστώνω τον ρατσισμό και την σκατοψυχία της κοινωνίας στην οποία έχω την ατυχία να ζω. Ο άλλος ας πούμε είχε να σε δει μερικές δεκαετίες και δεν σε ρώταγε “Τι κάνεις;”, αλλά κατευθείαν στο ψητό: “Πάχυνες;” Ναι ρε αρκουδιάρη σιχαμένε εκπρόσωπε του γένους των υποσαχάριων μπονόμπο, πάχυνα. Τι ζόρι τραβάς ρε; Μήπως ανεβαίνει το τεκμήριό σου στην εφορία αν πάρω κάποια κιλά; Μήπως σου χαλάω το ψυχαναγκαστικό φενγκ σούι να πούμε και δεν μπορείς να ξεκινήσεις τη μέρα σου; Μήπως σου χαλάω την αισθητική σου βλάκα; Ή απλά είσαι σκατόψυχος, σιχαίνεσαι την ζωή σου και προσπαθείς να επιβιώσεις μέσα στην μέρα λέγοντας κακίες ενώ και εγώ και εσύ γνωρίζουμε ότι το βράδυ κλαις κάτω από τα σκεπάσματά σου μισώντας την ύπαρξή σου; Βλάκα.

Εντάξει γνωρίζω ότι ο άνθρωπος και συγκεκριμένα ο άνθρωπος έλληνας τρελαίνεται με οτιδήποτε διαφορετικό ή κάτι που ξεφεύγει από τα πολύ στενά όρια της ανύπαρκτης αντίληψής του. Αυτό όμως που με προβληματίζει είναι ότι ο μέσος ούγκανος μικροαστός επικεντρώνεται στην χονδροφοβία. Δεν τρώει σκάλωμα ας πούμε αν ο άλλος έχει καράφλα ή αν είναι κοντός ή αν η άλλη βάφει έχει μια μύτη ίσα με του πινόκιο του καραμπουζουκλή.

Ας μιλήσουμε ώριμα. Και εγώ μπορώ να γυρίσω στον χλιμίτζουρα που μου την λέει για τα κιλά και να του πω για την μαζική έξοδο του Μεσολογγίου των μαλλιών του που τον σιχάθηκαν και την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια αφήνοντάς του μια καράφλα ωσάν καπουτσίνου μοναχού. Δεν το κάνω όμως γιατί δε με ενδιάφερει.

ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ.

Χέστηκα πως είναι ο άλλος, χέστηκα για την αισθητική που μας επιβάλλουν, χέστηκα γενικώς.

Πάω για Immodium και επιστρέφω.

Είμαστε κακά πλάσματα εμείς οι άνθρωποι και το δείχνουμε σε κάθε ευκαιρία. Είμαστε το κακό σπυρί στον κώλο της γης. Αφού το λοιπόν δε σεβόμαστε την φύση και τα ζώα, γιατί να σεβαστούμε τον συνάνθρωπό μας;

Παραμένουμε ξεφτιλισμένα ανθρωπάκια που με το πρώτο ευρώ που θα πέσει στο χέρι μας τρέχουμε σαν τους αυτιστικούς να καταναλώσουμε, να “διασκεδάσουμε”, να δείξουμε πως είμαστε ευτυχισμένοι.

Ευτυχισμένος όμως είναι αυτός που τα’χει καλά με την πάρτη του και δεν ασχολείται με τους άλλους, γκέγκε;

 

ΥΓ. Αφορμή για αυτό το μνημείο νεοελληνικού λόγου αποτέλεσε η ανάρτηση ενός τύπου πως και καλά δεν ήθελε να βλέπει πλαδαρά γυναικεία σώματα στις παραλίες. Το λυπηρό είναι πως μια μεγάλη μερίδα των γύρω μου σκέφτεται όπως αυτός ο σκατόμυαλος.

Γιατί γουστάρω να βλέπω σουρβάιρορ

Σουρβάιρορ μπίτσες. Ναι, υποκουλτούρα, παρακμή, ξεκατινιάσματα, θάψιμο και “διάσημοι” που δεν είναι διάσημοι.

Αυτό είναι το σουρβάιρορ, ένα προϊόν υποκουλτούρας που τείνει να χαζέψει ακόμα περισσότερο τους χαζεμένους έλληνες.

Ή μήπως όχι;

Το παρόν κείμενο απευθύνεται σε εκείνους που το παίζουν διδάσκαλοι του γένους, συμβουλάτορες, ξερόλες και πνευματικοί, γραμματιζούμενοι αθρώποι.

Άκου να δεις φίλε μου κουλτουριάρη. Εμένα που με γλέπεις τυχαίνει να έχω εκατοντάδες βιβλία στη βιβλιοθήκη μου, να έχω διαβάσει ακόμα περισσότερα, να έχω ζήσει στα εξωτερικά, να έχω προβληματιστεί για το βιασμό της χώρας μου τα τελευταία χρόνια, να έχω συγκρίνει καταστάσεις και πρόσωπα, να έχω στενοχωρηθεί για ανθρώπους που καταστρέφονται οι ζωές τους μέσα σε μία νύχτα, γιατί κάποιοι τραπεζίτες χαρτογιακάδες βάζουν μία τζίφρα και δημεύουν περιουσίες και κόπους μιας ζωής με το έτσι θέλω.

Το φιλοσόφησα. Μετά από χρόνια προβληματισμού, μετά από άπειρες συζητήσεις με καθωσπρέπει γίδια κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είμαστε κατσικότοπος.

Και ναι αγαπητέ χλεχλέ βλαχοεστέτ, προτιμώ να δω μια-δυο ώρες αυτή την παπάτζα με κάτι τύπους και τύπισσες που τρέχουν πέρα-δώθε με κουβάδες παρά να ασχοληθώ πλέον σοβαρά με τον κατσικότοπο.

Εδώ τρέχαμε σαν τους επιληπτικούς όταν μάθαμε ότι μπορεί να χάσουμε το πολύτιμο Ευρώ μας, παίρναμε προμήθειες μπας και ξομείνουμε από γκότζι μπέρι και αλάτι Ιμαλαϊων, τρέχαμε στα βενζινάδικα να γιομίσουμε την κούρσα, καθουμάσταν στις ουρές των ΑΤΜ να βγάλουμε τα 60ευρα και μας πείραξε που το Σουρβάιρορ χτυπάει να πούμε τηλεθέαση 70 τα εκατό;

Χίλιες φορές να βλέπω την Ειρήνη την Καζάκα την Παπαδοπούλου να τσακώνεται με κάτι άλλους που δεν τους ήξερα πριν, χίλιες φορές να βλέπω τον Σπαλιάρα να βάφει με τα χρώματα του πολέμου τον Ορέστη τον Σαλονικιό, παρά να ασχολούμαι σοβάρα με τα Γιουρογκρούπια, τους Ντάιζελμπλουμ και τους Γιούνκερ αυτού του κόσμου.

Survivor2017

Μια φορά πήγα να πάρω σοβαρά την κατάσταση και άκουσα τον Ντάιζελμπλουμ να μας κατηγορά ότι φάγαμε τα Ευρά σε ποτά και γκόμενες. Ουστ από δω βρωμόσκυλο, παλιολινάτσα του ελέους, γεωπόνε που το παίζεις και ειδικός, οικονομολόγε από τα Lidl.

Για αυτό σας λέω, προτιμώ να αδειάζω την κεφάλα μου και να βλέπω τηλεοπτικά σκουπίδια, παρά να διαβάζω σκουπίδια τύπου Lifo και Athens Voice, παρά να βλέπω άλλα σκουπίδια τύπου Ράδιο Αρβύλα και Πρετεντέρη.

7 χρόνια σκεφτόμουν, προβληματιζόμουν και έσκαγα για τον συνάνθρωπο και συμπολίτη μου. 7 χρόνια έπρηζα το συκώτι μου και προσπαθούσα να κάνω τον κόσμο καλύτερο.

Ο κόσμος δε γίνεται καλύτερος. Αυτός ο κατσικότοπος δε γίνεται καλύτερος. Για αυτό σουρβάιρορ και Σάρα και Μάρα και Χανταμπάκης να πούμε.

 

Ταβερνόμαγκας: πώς να τον αναγνωρίσεις

Ο ταβερνόμαγκας, γνωστός και ως κουραδόμαγκας ή λεβεντομαλάκας είναι παντού. Βλέπεις είμαστε η μόνη χώρα που τον μάγκα και τον λεβέντη τον έχουμε ανάγει σε σύμβολο, γνήσιο εκπρόσωπο του Κολοκοτρώνη, του Λεωνίδα, του Μεγαλέξανδρου, του Κούδα, του Δομάζου και του Μανώλη Χιώτη.

Το αστείο είναι πως ο ταβερνόμαγκας έχει πέραση στην ισορροπημένη ελληνικιά κενωνία. Η κενωνία αυτή έχει την τάση να προωθεί τον ράντομ ταβερνόμαγκα ως “κοινωνικό”, “έξω καρδιά” και “ετοιμόλογο”. Μα τον Τουτάτη, μια ζωή θυμάμαι να υπάρχουν σε οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις 2-3 τέτοιοι μαλάκες που τα άλλα τα ζα τους θεωρούσαν την καλύτερη παρέα. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός, ότι παραμένει ένας μαλάκας και μισός που πίσω από την μαγκιά  κρύβει τρελές ανασφάλειες και τα βράδια ξαπλώνει στο κρεβάτι σε εμβρυική στάση κλαίγοντας.

Θα με πεις κομπλεξικό, πικρόχολο και κολλημένο. Και επειδή μου αρέσει η σωστή, δομημένη και ξεκάθαρη επιχειρηματολογία, θα σου απαντήσω:

gnty13.jpg

Επειδή έχω βάλει στόχο να σώσω την ανθρωπότητα από την περιττή σκατίλα που ζέχνει από άκρη σε άκρη στο δόλιο τούτο κόσμο, σου παρουσιάζω μερικά χαρακτηριστικά του μέσου γκρέσιαν ταβερνόμαγκα:

α) Στην παραλία καυχιέται στα χάπατα που τον ακούνε για την ψαρούκλα 10 μέτρων που έπιασε κάποτε με τα ίδια του τα χέρια και μετά την έφαγε ουζομεζέ. Στο καπάκι παίρνει την ρακέτα και σπάει τα αρχίδια και τα νεύρα των λουόμενων προσπαθώντας να αποδείξει ότι είναι ο Φέντερερ της Τραχανοπλαγιά Μπιτς.

β) Πίνει σε κάθε ευκαιρία και απαιτεί από τους άλλους να τον ακολουθήσουν. Αν κάποιος αρνηθεί (ειδικά όταν πρόκειται για οδήγηση) θα ξηγηθεί ιστορία για το πώς τον σταμάτησαν οι μπάτσοι και είχε πιει 2 μπουκάλια τσίβας και γλίτωσε το πρόστιμο γιατί είναι μόρτης.

γ) Του’χει κολλήσει στο ανύπαρκτο μυαλό του και το πιστεύει ότι έχει πάει με τα μισά θηλυκά του πλανήτη (Τσατσόπουλος σάιντρομ), άλλο αν δεν έχει κανονίσει τον τελευταίο καιρό ούτε θηλυκιά χρυσόμυγα.

δ) Τρώει τα πάντα με τα χέρια, από παϊδάκι μέχρι ρεβυθόσουπα. Τα μαχαίρια, τα περούνια και τα λοιπά αντικείμενα που μας ξεχωρίζουν από το θαυμαστό κόσμο των ζώων είναι για φλώρους.

ε) Είναι διορισμένος σε κάποια ανύπαρκτη επερεσία του δημοσίου, έχει μπει με απολυτήριο νηπιαγωγείου στην Εθνική Τράπεζα, έχει ανοίξει επιχείρηση με τα λεφτά του μπαμπά, και σου πουλάει αυτοδημιουργικότητα.

στ) Το πουκάμισο είναι Hilfiger, η παλτουδιά Boss, το πατούμενο Mπουρνάζος και ας τη βγάζει στο σπίτι με μακαρόνια χωρίς σάλτσα για 3 εβδομάδες.

ζ) Είναι άντρα σωστό και όταν βγει έξω θα πιει μόνο ξίδια. Τα υπόλοιπα είναι για Τιτίκες (βλέπε σημείο β).

η) Επενδύει στο αμάξι του περισσότερα χρήματα από ότι στη γυναίκα του και τα παιδιά του (αν έχει).

θ) Ισχυρίζεται πως δεν κάνει δουλειές στο σπίτι, γιατί “αυτά είναι για τις γυναίκες”. Τώρα το τι κάνει πραγματικά είναι άλλη ιστορία.

ι) Ο ταβερνόμαγκας ο σωστός δεν έχει χιούμορ. Το χιούμορ είναι κάτι δυτικό που λίγοι έλληνες το διαθέτουν. Ο ταβερνόμαγκας ως γνήσιος απόγονος του Αριστοφάνη και του Εφιάλτη έχει “χαβαλέ”. “Χαβαλέ” στο Γιουνανιστάν εννοούμε την προσβολή απέναντι σε όποιον δε γουστάρουμε, η οποία στο τέλος συμπληρώνεται πάντα με τη γνώριμη φράση “Έλα, πλάκα κάνουμε”. Να τονίσω σε αυτό το σημείο, ότι δε γουστάρω Αριστοφάνη, δε γουστάρω χαβαλέ, δε γουστάρω αυτό που εμείς εδώ στην βαλκανική επαρχία αποκαλούμε “πλάκα”. Εμένα ας ούμε μου αρέσει το φλέγμα των Brexit, μου αρέσει το μαύρο χιούμορ, μου αρέσουν τα Burger King (άσχετο).

Έλα μου όμως που εδώ η χοντροκομμένη πλάκα του λεβεντομαλάκα έχει πέραση. Και να’σου που όλοι λένε ότι ο λεβεντομαλάκας είναι “έξω καρδιά” και “πλακατζής” και σουξουμούξου. Να σας πω όμως κάτι και για αυτό;

avatar.jpg

Και μιας που το’φερε η κουβέντα και έχω ανεβάσει το επίπεδο σε επίπεδα λίμιτ απ να τελειώσω με αυτό:

ceb1cf81cf87ceafceb4ceb9ceb1